Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2021

Μεθοδεύοντας την επιβίωση στην Ύφεση

Μεθοδεύοντας την επιβίωση στην Ύφεση

Από τον  Walter Frick

Δημοσιεύτηκε στο HBR Magazine   May–June 2019 Issue

Στις αρχές του 2000, μια επιχείρηση ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου, με ζωή τότε πέντε ετών με την επωνυμία Amazon.com, διέθεσε 672 εκατομμύρια δολάρια μετατρέψιμα ομόλογα, για να ενισχύσει την οικονομική της θέση. Ένα μήνα αργότερα, έσκασε η φούσκα dot-com. Περισσότερες από τις μισές από τις νεοσύστατες ψηφιακές επιχειρήσεις, εγκαταλείφθηκαν κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών - συμπεριλαμβανομένων των περισσοτέρων αντιπάλων της Amazon.com στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Εάν η φούσκα έσπαγε μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, μια από τις πιο επιτυχημένες σήμερα εταιρείες, θα μπορούσε να ήταν απλά ένα ακόμα θύμα αυτής της ύφεσης.

Οι οικονομικές κρίσεις – ορίζονται σαν δύο συνεχόμενα τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης – μπορούν να προκληθούν από οικονομικά σοκ (όπως η άνοδος των τιμών του πετρελαίου), οικονομικούς πανικούς (όπως αυτοί που προηγήθηκαν της Μεγάλης Ύφεσης),  ραγδαίες μεταβολές στις οικονομικές προσδοκίες (το αποκαλούμενο "ζωώδες ένστικτο") όπως περιγράφεται από τον John Maynard Keynes. Κάτι από αυτά προκάλεσε την έκρηξη της φούσκας dot-com ή κάποιος συνδυασμός των τριών. Οι περισσότερες επιχειρήσεις υποφέρουν κατά τη διάρκεια της ύφεσης, κυρίως επειδή μειώνεται η ζήτηση (και τα έσοδα) και η αβεβαιότητα για το μέλλον αυξάνεται. Αλλά η έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν τρόποι να μετριαστούν οι ζημίες.

Σε άρθρο τους στο HBR το 2010, ο Ranjay Gulati, ο Nitin Nohria και ο Franz Wohlgezogen διαπίστωσαν ότι, κατά τις περιόδους ύφεσης 1980, 1990 και 2000, το 17% των 4.700 εισηγμένων εταιρειών που μελετούσαν, εξελίχθηκαν  ιδιαίτερα άσχημα: Πτώχευσαν η εξαγοράστηκαν. Είναι  εντυπωσιακό όμως, ότι το 9% των εταιρειών δεν επανήλθαν απλά τα τρία χρόνια μετά από την ύφεση, αλλά κέρδισαν, ξεπερνώντας τους ανταγωνιστές τους με αύξηση κατά τουλάχιστον 10% στις πωλήσεις και αντίστοιχη στα κέρδη. Το κορυφαίο 10% των εταιρειών, στην ανάλυση που έκανε η εταιρεία Bain, είδαν τα κέρδη τους  να ανεβαίνουν σταθερά, καθ όλη τη διάρκεια της περιόδου ύφεσης και να συνεχίζουν να αυξάνονται και στη συνέχεια. Μια τρίτη μελέτη, από την McKinsey, βρήκε παρόμοια αποτελέσματα.

Ο παράγοντας διαφοροποίησης  ήταν η  προετοιμασία. Μεταξύ των εταιρειών που πάγωσαν  μετά την Μεγάλη ύφεση, «λίγοι έκαναν σχέδια έκτακτης ανάγκης ή σκέφτηκαν εναλλακτικά σενάρια», σύμφωνα με την έκθεση της Bain. «Όταν έπεσε η ύφεση, εφάρμοσαν κλασικά σενάρια επιβίωσης, κάνοντας βαθιές περικοπές και αντιδρώντας αμυντικά». Πολλές από τις εταιρείες που απλώς χαλαρώνουν σε μια ύφεση, είναι πιο αργές στην ανάκαμψη και ουσιαστικά ποτέ δεν ανακάμπτουν.

Οι λιγότερο συγκεντρωτικές επιχειρήσεις είναι καλύτερα προσαρμόσιμες στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Πώς πρέπει μια επιχείρηση να προετοιμάζεται πριν από μια ύφεση και τι κινήσεις πρέπει να κάνει, όταν η ύφεση χτυπήσει; Οι έρευνες και οι μελέτες περιπτώσεων που εξετάζουν τη Μεγάλη Ύφεση (2008), ρίχνουν φως σε αυτά τα ερωτήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παγιώνουν την συνηθισμένη προσέγγιση, ενώ σε άλλες την αμφισβητούν. Τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα για τις επιχειρήσεις, αφορούν τέσσερις τομείς:

  • το ύψος του δανεισμού,
  • τη διαδικασία λήψης αποφάσεων,
  • τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και
  • τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.

Το σημαντικό μήνυμα σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ύφεση, είναι μια άσκηση υψηλής πίεσης στη διαχείριση αλλαγών και για την επιτυχή καθοδήγηση μιας επιχείρησης, χρειάζεται να είναι ευέλικτη και να έχει  ικανότητα προσαρμογής.

Απομόχλευση πριν από μια ύφεση

Η Rebecca Henderson ( Harvard Business School) θέλει να υπενθυμίσει στους σπουδαστές της   «Ο κανόνας 1 είναι:  Να μην καταρρεύσει η εταιρεία».

Αυτό σημαίνει, πρώτα απ 'όλα, ότι δεν πρέπει να εξαντληθούν τα χρήματα. Επειδή η ύφεση συνήθως φέρνει χαμηλότερες πωλήσεις και ως εκ τούτου λιγότερα μετρητά για τη χρηματοδότηση των λειτουργιών, η επιζήμια ύφεση απαιτεί επιδέξια οικονομική διαχείριση. Αν η Amazon δεν είχε συγκεντρώσει, όλα αυτά τα χρήματα πριν την κατάρρευση των dot-com επιχειρήσεων, οι επιλογές της θα ήταν πολύ πιο περιορισμένες. Αντ'αυτού, ήταν σε θέση να απορροφήσει τις απώλειες από τις επενδύσεις της σε άλλες νεοσύστατες επιχειρήσεις και επίσης να ξεκινήσει το Amazon Marketplace, την πλατφόρμα της για τρίτους πωλητές, αργότερα μέσα σε εκείνο το έτος. Επεκτάθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια και μετά την ύφεση σε νέα τμήματα (κουζίνες, ταξίδια και ενδύματα) και νέες αγορές (Καναδάς).

Οι εταιρείες με υψηλά επίπεδα χρέους είναι ιδιαίτερα ευάλωτες κατά τη διάρκεια της ύφεσης, σύμφωνα με τις μελέτες. Σε μια μελέτη του 2017, ο Xavier Giroud (Sloan School of Management MIT) και ο Holger Mueller (Stern School of Business του NYU), εξέτασαν τη σχέση μεταξύ κλεισίματος επιχειρήσεων, της σχετικής ανεργίας και της πτώσης των τιμών κατοικιών σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ.

Συνολικά, όσο οι τιμές των κατοικιών μειώνονταν, τόσο μειωνόταν και η ζήτηση, οδηγώντας σε αυξημένο κλείσιμο επιχειρήσεων και υψηλότερη ανεργία. Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτό το αποτέλεσμα, ήταν πιο έντονο μεταξύ των εταιρειών με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους. Ταξινόμησαν λοιπόν τις επιχειρήσεις, βάσει του κατά πόσον είχαν περισσότερη ή λιγότερη μόχλευση, κατά την περίοδο της ύφεσης, όπως αυτό μετράται από τη μεταβολή του δείκτη  δανεισμού / περιουσιακών στοιχείων.

Η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων που έκλεισαν λόγω της πτώσης της ζήτησης, είχαν μεγάλο δανεισμό (μόχλευση).


"Όσο περισσότερο δανεισμό έχετε, τόσο περισσότερα μετρητά χρειάζεστε για να καλύψετε τους τόκους και το κεφάλαιο των δόσεων" εξηγεί ο Mueller. Όταν χτυπά μια κρίση και έρχονται λιγότερα μετρητά στην πόρτα, "σας θέτει σε κίνδυνο αδυναμίας πληρωμής." Για να ανταποκριθούν στις πληρωμές, οι εταιρείες με μεγαλύτερο χρέος, αναγκάζονται να μειώσουν το κόστος πιο επιθετικά, συχνά μέσω απολύσεων. Αυτές οι βαθιές περικοπές μπορούν να μειώσουν την παραγωγικότητα και την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν νέες επενδύσεις. Ο δανεισμός, περιορίζει αποτελεσματικά τις επιλογές των εταιρειών, αφήνοντάς τους ελάχιστα περιθώρια να αξιοποιήσουν οποιαδήποτε ευκαιρία.

Ο βαθμός στον οποίο τα υψηλά επίπεδα χρέους, ενέχουν σοβαρό κίνδυνο κατά τη διάρκεια ύφεσης, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Ο Shai Bernstein, ο Josh Lerner και ο Filippo Mezzanotti, διαπίστωσαν σε μελέτη τους ότι, εταιρείες που ανήκουν σε επενδυτικά σχήματα ιδιωτικών κεφαλαίων (Private Equity Funds) – μπορούν να διαχειριστούν τα χρέη καλύτερα, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, από ό,τι οι ίδιες εταιρείες που δεν ανήκουν σε επενδυτικές εταιρείες ιδιωτικών κεφαλαίων.

 Οι εταιρείες με μεγάλο χρέος δυσκολεύονται, εν μέρει επειδή η πρόσβαση σε κεφάλαια επιβραδύνεται σε σταγόνες, κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Οι επιχειρήσεις που υποστηρίχθηκαν από το Επενδυτικό Κεφάλαιο εμφανίστηκαν σε καλύτερη κατάσταση, σύμφωνα με τη μελέτη, επειδή οι ιδιοκτήτες τους ήταν σε θέση να βοηθήσουν, να αντλήσουν κεφάλαια όταν τους χρειάζονταν. Τα ίδια κεφάλαια, είναι ένας άλλος τρόπος ώστε οι εταιρείες να αποφύγουν το βάρος των δανειακών υποχρεώσεων. "Εάν μπορείτε εκδίδετε μετοχές στην πορεία προς μια ύφεση", λέει ο Mueller, "το πρόβλημα της αθέτησης υποχρεώσεων θα είναι λιγότερο έντονο".

Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ότι πολλές εταιρίες σίγουρα έχουν κάποιο δανεισμό, καθώς εισέρχονται στην ύφεση. Η μελέτη του Mueller διαπίστωσε ότι, ο μέσος όρος του δείκτη δανεισμού / περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των επιχειρήσεων που είχαν αυξήσει τα επίπεδα του χρέους κατά την περίοδο πριν από τη Μεγάλη ύφεση, ήταν 38,3%.

Μεταξύ της ομάδας που το χρέος είχε υποχωρήσει, ήταν 19,5%. Παρόλο που δεν υπάρχει μαγικός αριθμός, τα μέτρια επίπεδα χρέους δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα, σύμφωνα με την έρευνα. Παρ 'όλα αυτά, ο Mueller προτείνει ότι, αν μια εταιρεία πιστεύει ότι έρχεται ύφεση, θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο απομόχλευσης.

 Η πρόσφατη έρευνα για την ύφεση της McKinsey, υποστηρίζει: Οι επιχειρήσεις που εμφανίστηκαν σε καλύτερη κατάσταση μετά τη Μεγάλη Ύφεση (2009) είχαν μειώσει το δανεισμό τους (μόχλευση περιουσιακών στοιχείων), πιο δραστικά από το 2007 έως το 2011, σε σχέση με τις λιγότερο επιτυχημένες.

Όταν πρόκειται για απομόχλευση, βοηθά να ξεκινήσουμε νωρίς, λέει ο Mihir Mysore της McKinsey. Αυτό σημαίνει μείωση των επιπέδων χρέους προτού γίνει σαφές ότι η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. "Πρέπει να κοιτάξετε προσεκτικά το χαρτοφυλάκιό σας", συμβουλεύει ο Mysore, επειδή η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων μπορεί να είναι ένας τρόπος μείωσης της μόχλευσης, χωρίς να μειώνονται οι βασικές επιχειρησιακές λειτουργίες.

Εστίαση στη λήψη αποφάσεων

Οι επιδόσεις μιας επιχείρησης, κατά τη διάρκεια και μετά από μια ύφεση, δεν εξαρτώνται μόνο από τις αποφάσεις που λαμβάνει, αλλά και από το ποιος τις λαμβάνει. Σε μια μελέτη του 2017, η Raffaella Sadun (Harvard Business School), ο Philippe Aghion (Collège de France), ο Nicholas Bloom,ο Brian Lucking (Στάνφορντ) και ο John Van Reenen (MIT) εξέτασαν, πώς η οργανωτική δομή επηρεάζει την ικανότητα μιας εταιρείας να ανταπεξέλθει στην ύφεση. Από τη μια πλευρά, «η ανάγκη λήψης δύσκολων αποφάσεων μπορεί να ευνοήσει τις συγκεντρωτικές επιχειρήσεις», γράφουν οι ερευνητές, επειδή έχουν καλύτερη εικόνα του οργανισμού στο σύνολό του και τα κίνητρά τους είναι κατά κανόνα πιο ευθυγραμμισμένα με την απόδοση της επιχείρησης. Από την άλλη πλευρά, οι αποκεντρωμένες επιχειρήσεις, μπορεί να είναι καλύτερα σε θέση να αντιμετωπίσουν τις μακροοικονομικές κρίσεις "επειδή η αξία από την άντληση άμεσης τοπικής πληροφόρησης αυξάνεται"

Οι ερευνητές βασίστηκαν σε στοιχεία από την Παγκόσμια Έρευνα Διαχείρισης της βιομηχανίας, η οποία περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά, με το πόση αυτονομία πρέπει να έχει ο διευθυντής Εργοστασίου, ώστε να πραγματοποιεί επενδύσεις, να εισάγει νέα προϊόντα, να λαμβάνει αποφάσεις για πωλήσεις και μάρκετινγκ και να προσλαμβάνει εργαζομένους.

Οι εταιρείες στις οποίες οι διευθυντές των εργοστασίων είχαν μικρή διακριτική ευχέρεια, θεωρούνταν εξαιρετικά συγκεντρωτικές. Εκείνες οι οποίες έδιναν μεγάλη διακριτική ευχέρεια, ήταν λιγότερο συγκεντρωτικές. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τα αποτελέσματα από μια παρόμοια έρευνα που διεξήχθη από την U.S.Census και τα συνδέουν με τις αναφορές των εταιρειών για τις πωλήσεις, τα επίπεδα απασχόλησης, τα κέρδη και άλλα σημεία μέτρησης της απόδοσης.

Συγκεντρώθηκαν στοιχεία για τις βιομηχανίες που πλήττονται περισσότερο από τη μεγάλη ύφεση. "Η αποκέντρωση, συνδέθηκε με σχετικά καλύτερες επιδόσεις για επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν το δυσκολότερο περιβάλλον κατά τη διάρκεια της κρίσης", αναφέρουν οι ερευνητές. Διαπίστωσαν επίσης ότι τα οφέλη της αποκέντρωσης εξαφανίστηκαν καθώς οι οικονομικές συνθήκες βελτιώθηκαν - ένα σημάδι ότι η ανάθεση έχει ιδιαίτερη αξία σε αβέβαιους καιρούς.

Γιατί βοήθησε η αποκέντρωση? "Η ύφεση, εισήγαγε στην επιχειρηματική λειτουργία πολύ αβεβαιότητα ανασφάλεια και αναταραχή", λέει ο Sadun. Επειδή οι αποκεντρωμένες επιχειρήσεις ανέθεσαν την λήψη αποφάσεων σε όλη την ιεραρχία, ήταν περισσότερο ικανές να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Για παράδειγμα, όσον αφορά την προσαρμογή των προσφερόμενων προϊόντων τους ήταν πιο επιθετικές στις μεταβολές της ζήτησης.

 "Μία συμβουλή θα ήταν, πραγματικά να σκεφτείς προσεκτικά την οργανωτική δομή σου, γιατί αυτός είναι ένας τρόπος που αντιμετωπίζεις την αβεβαιότητα", λέει ο Sadun.

Φυσικά, η οργανωτική δομή δεν είναι εύκολο να προσαρμοστεί γρήγορα, κατά την προετοιμασία για μια ύφεση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι εταιρείες δεν μπορούν να μάθουν από τα ευρήματα του παρελθόντος. "Τι κάνει η αποκέντρωση των αποφάσεων" λέει ο Sadun, "ταιριάζει καλύτερα τις αποφάσεις με την εμπειρία".

Επίσης, οι εταιρείες μπορούν να πέσουν στην παγίδα της διασφάλισης του δικαιώματος έγκρισης των αποφάσεων, κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Ωστόσο η αβεβαιότητα μιας ύφεσης απαιτεί πειραματισμό, που απαιτεί να λαμβάνονται αποφάσεις, σε ολόκληρο τον οργανισμό.

Ακόμη και αν, οι εταιρείες αποφασίσουν να μην είναι αποκεντρωμένες, μπορούν να προσπαθήσουν να κάνουν καλύτερη δουλειά, στη συλλογή πληροφοριών από τους υπαλλήλους σε όλα τα επίπεδα, όταν πρόκειται να παίρνουν βασικές αποφάσεις. "Οι κρίσεις προσφέρουν ευκαιρίες για αλλαγή" σημειώνει ο Sadun.

Κοιτάξτε πέρα από τις απολύσεις

Ορισμένες απολύσεις είναι αναπόφευκτες σε μια ύφεση. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, 2,1 εκατομμύρια Αμερικανοί απολύθηκαν μόνο το 2009. Ωστόσο, οι εταιρείες που βγήκαν από την κρίση ισχυρότερες, στηρίχθηκαν λιγότερο στις απολύσεις για να μειώσουν το κόστος και επικεντρώθηκαν περισσότερο στις λειτουργικές βελτιώσεις, σύμφωνα με τη μελέτη του Ranjay Gulati και των συνεργατών του.

Αυτό συμβαίνει επειδή οι απολύσεις δεν είναι μόνο επιβλαβείς για τους εργαζόμενους, είναι δαπανηρές και για τις εταιρείες. Η πρόσληψη και η κατάρτιση είναι δαπανηρές, επομένως οι εταιρείες προτιμούν να μην αναγκάζονται να ξαναρχίσουν σχεδόν από την αρχή όταν η οικονομία ανακάμπτει, ειδικά αν πιστεύουν ότι η κάμψη θα είναι σύντομη. Οι απολύσεις μπορούν επίσης να βλάψουν το ηθικό, μειώνοντας την παραγωγικότητα σε μια εποχή που οι εταιρείες, δεν μπορούν να το αντέξουν οικονομικά.

Ευτυχώς, οι απολύσεις δεν είναι ο μόνος τρόπος να μειωθεί το κόστος εργασίας. Οι εταιρείες θα πρέπει να εξετάζουν εναλλακτικά, τις μειώσεις των ωρών εργασίας, τις άδειες και την αμοιβή με βάση την απόδοση. Μετά τη συντριβή της χρηματιστηριακής αγοράς το 2000, η ​​Honeywell απέλυσε σχεδόν το 20% του εργατικού της δυναμικού και στη συνέχεια αγωνίστηκε να ανακάμψει στην φάση που ακολούθησε μετά την  ύφεση. Έτσι, όταν η μεγάλη ύφεση χτύπησε το 2008, η εταιρεία υιοθέτησε μια διαφορετική προσέγγιση, όπως οι Sandra J. Sucher και Shalene Gupta περιγράφουν στο άρθρο τους το 2018 στο HBR, "Απολύσεις που δεν θα διαλύσουν την εταιρεία σας". "Η Honeywell αδειοδότησε τους υπαλλήλους της για μία έως πέντε εβδομάδες, παρέχοντας άμισθη ή μερικώς αποζημιωμένη άδεια, ανάλογα με τους τοπικούς κανονισμούς εργασίας".

Αυτό έσωσε περίπου 20.000 θέσεις εργασίας. Η Honeywell βγήκε από τη μεγάλη ύφεση σε καλύτερη κατάσταση από την ύφεση του 2000, όσον αφορά τις πωλήσεις, την κερδοφορία και τις ταμειακές ροές, παρά το γεγονός ότι η ύφεση του 2008 ήταν πολύ πιο σοβαρή.

Οι επιχειρήσεις επενδύουν σε Τεχνολογίες Πληροφορικής, κατά τη διάρκεια της ύφεσης, επειδή το κόστος ευκαιρίας είναι χαμηλότερο.

Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, οι υπεύθυνοι χάραξης της πολιτικής Ανθρώπινου Δυναμικού ενθαρρύνουν την εφαρμογή λιγότερων ωρών εργασίας, ως εναλλακτική λύση στις απολύσεις. Πολλές χώρες και περισσότερες από τις μισές πολιτείες στις Η.Π.Α. έχουν κάποιο πρόγραμμα αποζημίωσης «βραχείας διάρκειας», όπου οι εργαζόμενοι των οποίων οι ώρες μειώνονται, λαμβάνουν μερική αντιστάθμιση ανεργίας. Στη Γαλλία, το 4% των εργαζομένων και το 1% των επιχειρήσεων εκμεταλλεύθηκαν τα προγράμματα εργασίας βραχείας διάρκειας το 2009 και το πρόγραμμα αποπληρώθηκε τόσο για τους εργαζόμενους, όσο και για τις επιχειρήσεις. Σε μια εργασία προβληματισμού για το Ευρωπαϊκό Κέντρο Έρευνας για την Οικονομική Πολιτική του 2018, ο Pierre Cahuc, ο Francis Kramarz και η Sandra Nevoux διαπίστωσαν ότι, οι εταιρείες που εκμεταλλεύθηκαν το πρόγραμμα εργασίας μικρής διάρκειας απέλυσαν λιγότερους εργαζομένους και ήταν πιθανότερο να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης (2008).

 Το αποτέλεσμα ήταν το πιο σημαντικό, μεταξύ των εταιρειών που πλήττονται σοβαρότερα από την ύφεση και εκείνων με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η προσέγγιση βραχείας εργασίας, επέτρεψε στις ευάλωτες επιχειρήσεις να διατηρήσουν μεγαλύτερο μέρος του εργατικού τους δυναμικού. Χωρίς τις επιδοτήσεις, πιθανότατα θα έπρεπε να απολύσουν περισσότερους υπαλλήλους, καθιστώντας πιο δύσκολο να ανακάμψουν μετά την ύφεση. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι για κάθε πέντε εργαζόμενους με μειωμένη απασχόληση, σώθηκε μία δουλειά. Και εκτιμούν επίσης ότι το κόστος, ανά θέση εργασίας που εξοικονομήθηκε, ήταν μικρότερο από εκείνο άλλων συγκρίσιμων προγραμμάτων, δεδομένου ότι η εναλλακτική λύση ήταν η καταβολή του επιδόματος ανεργίας, το πρόγραμμα έσωσε πραγματικά τα χρήματα της γαλλικής κυβέρνησης.

Ένα ελκυστικό θέμα τόσο για τη χορήγηση άδειών, όσο και για τη μείωση της διάρκειας εργασίας  είναι ότι όπως και με τις απολύσεις, οι επιχειρήσεις έχουν διακριτική ευχέρεια ως προς το ποιοί θα είναι οι εργαζόμενοι που επηρεάζονται. Αντίθετα, οι οριζόντιες περικοπές αμοιβών ή οι αμοιβές που δεν λαμβάνουν υπόψη την παραγωγικότητα των εργαζομένων, μπορούν να προκαλέσουν ανατροπή, να βλάψουν το ηθικό και να απομακρύνουν τους πιο παραγωγικούς υπαλλήλους. Παρομοίως, το πάγωμα προσλήψεων επηρεάζει αδιακρίτως κάθε τμήμα, χωρίς να σταθμίζει την αξία διαφόρων πιθανών προσλήψεων.

Αμοιβή με βάση την απόδοση – δηλαδή βασισμένη σε κάποιο μέτρο παραγωγικότητας ή επιχειρηματικού αποτελέσματος - είναι ένας άλλος τρόπος για τον έλεγχο του κόστους εργασίας, χωρίς να πλήττεται η παραγωγικότητα. Υπάρχει μια μακροχρόνια συζήτηση σχετικά με την αμοιβή απόδοσης, για τα στελέχη και τους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή και πολλά αποδεικτικά στοιχεία υπέρ και κατά του εργαλείου διαχείρισης και στις δύο πλευρές.

 Ωστόσο, μια πρόσφατη μελέτη του Χρήστου Μακρίδη (του Συμβουλίου των Οικονομικών Συμβούλων του Λευκού Οίκου) και του Maury Gittleman (του Γραφείου Στατιστικής Εργασίας των ΗΠΑ) καταγράφει ένα σημαντικό γεγονός. Χρησιμοποιώντας απαντήσεις στην Εθνική Έρευνα Αμοιβών από το 2004 έως το 2014, η μελέτη δείχνει ότι οι εταιρείες των Η.Π.Α. βασίζονται στην απόδοση πιο συχνά, κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης. Αν και δεν μπορούν να πουν εάν η στρατηγική αυτή λειτουργεί απόλυτα ευεργετικά για τις εταιρείες, δείχνουν ότι μια συγκεκριμένη δουλειά είναι πιο πιθανό να ολοκληρωθεί με βάσει την απόδοση, όταν οι ώρες είναι δύσκολες. Υποθέτουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αμοιβή απόδοσης καθιστά τις επιχειρήσεις πιο ευέλικτες, ευθυγραμμίζοντας τα κίνητρα των εργαζομένων με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Επενδύστε στην τεχνολογία

Είναι δελεαστικό, να σκεφτόμαστε μια ύφεση ως μια στιγμή που θα κλείσουμε τα παράθυρα και θα την περάσουμε με ασφάλεια. Ωστόσο, οι κρίσεις φαίνεται να απαιτούν τουλάχιστον,  την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.

Σε μια μελέτη του 2018, ο Brad Hershbein (Ινστιτούτο Ερευνών για την Απασχόληση Upjohn) και η Lisa B. Kahn ( Πανεπιστήμιο του Rochester), συνέκριναν περισσότερα από 100 εκατομμύρια ηλεκτρονικές καταχωρίσεις εργασίας που δημοσιεύθηκαν από το 2007 έως το 2015, με οικονομικά στοιχεία για να δούμε πώς, η Μεγάλη Ύφεση επηρέασε τα είδη δεξιοτήτων που αναζητούσαν οι εργοδότες.

Διαπίστωσαν ότι οι πόλεις των ΗΠΑ που πλήττονταν περισσότερο από την ύφεση, έδειχναν μεγαλύτερη ζήτηση για δεξιότητες υψηλότερης αξίας, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων που σχετίζονται με την πληροφορική. Η αύξηση της ζήτησης οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι εργοδότες εκμεταλλευόμενοι την υψηλή ανεργία είναι πιο επιλεκτικοί, όπως απέδειξαν οι: Alicia Sasser Modestino (Northeastern), ο Daniel Shoag (Harvard Kennedy) και ο Joshua Ballance (Κέντρο Δημόσιας Πολιτικής της Αγγλίας). Η μελέτη τους διαπίστωσε ότι η ζήτηση για τεχνολογικές δεξιότητες επιστρέφει σε πιο κανονικά επίπεδα μόλις βελτιωθεί η αγορά εργασίας.

Αλλά οι εταιρείες δεν ήταν μόνο πιο επιλεκτικές, απέδειξαν οι Hershbein και Kahn, έγιναν επίσης όλο και πιο ψηφιακές. Σε εκείνες τις περιοχές που πλήγηκαν σκληρά στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εταιρείες αύξησαν επίσης τις επενδύσεις τους στις τεχνολογίες της Πληροφορικής, προκαλώντας την αύξηση των απαιτήσεων δεξιοτήτων πληροφορικής στις θέσεις εργασίας τους.

Γιατί οι εταιρείες επενδύουν στην τεχνολογία κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης όταν τα χρήματα είναι σφιχτά;

 Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι είναι επειδή, το κόστος ευκαιρίας τους είναι χαμηλότερο από αυτό που θα ήταν σε καλές εποχές. Όταν η οικονομία είναι σε καλή κατάσταση, μια επιχείρηση έχει κάθε κίνητρο να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερο. Εάν μεταφέρει τους πόρους για να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες, μπορεί να αφήνει χρήματα αναξιοποίητα. Αλλά όταν λιγότεροι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να αγοράσουν αυτό που πουλάτε, οι λειτουργίες πρέπει να παραμείνουν στη μέγιστη δυνατή κατάσταση, γεγονός που απελευθερώνει λειτουργικό προϋπολογισμό για τη χρηματοδότηση πρωτοβουλιών IT, χωρίς να επιβραδύνει τις πωλήσεις. Για το λόγο αυτό, η υιοθέτηση του κόστους τεχνολογίας μειώνεται, κατά μία έννοια, κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης.

Αυτό είναι καλό στη θεωρία, αλλά άλλοι λόγοι μπορεί να έχουν πιο πρακτικό νόημα για τους διαχειριστές. Η τεχνολογία μπορεί να κάνει την επιχείρησή σας πιο διαφανή, πιο ευέλικτη και πιο αποτελεσματική. Σύμφωνα με την Katy George,  συνεργάτη της McKinsey, ο πρώτος λόγος να δοθεί προτεραιότητα στον ψηφιακό μετασχηματισμό πριν ή κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης είναι ότι η βελτιωμένη ανάλυση, μπορεί να βοηθήσει τη διεύθυνση να κατανοήσει καλύτερα την επιχείρηση, τον τρόπο που την επηρεάζει η ύφεση και πού υπάρχει δυνατότητα λειτουργικών βελτιώσεων.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους. Οι εταιρείες θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε έργα αυτοχρηματοδοτούμενα, τα οποία θα αποπληρωθούν γρήγορα,  όπως η αυτοματοποίηση των εργασιών ή η λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι οι επενδύσεις σε τεχνολογίες πληροφορικής καθιστούν τις εταιρείες πιο ευκίνητες και επομένως είναι πιο ικανές να χειριστούν την αβεβαιότητα και την γρήγορη αλλαγή που έρχονται με μια ύφεση. Στον τομέα της μεταποίησης, «βλέπουμε τελικά την προσαρμογή στην χρήση ψηφιακών και προηγμένων αναλυτικών στοιχείων». Κάποτε λέγαμε ότι ένας κατασκευαστής θα μπορούσε να είναι ο φθηνότερος στην αγορά ή θα μπορούσε να είναι ευέλικτος - αλλά όχι και τα δύο. Η ευελιξία δημιουργεί σοβαρό κόστος. Ωστόσο, οι ψηφιακές τεχνολογίες "δημιουργούν πολύ περισσότερη ευελιξία σχετικά με τις αλλαγές προϊόντων, τις μεταβολές των ποσοτήτων κ.λπ., καθώς και σχετικά με την κίνηση της αλυσίδας εφοδιασμού."

Αυτό, είναι ένας λόγος που αυτή η ύφεση μπορεί να διαφέρει από τις προηγούμενες. Οι εταιρείες που έχουν ήδη πραγματοποιήσει επενδύσεις στην ψηφιακή τεχνολογία, αναλυτικά στατιστικά στοιχεία και ευέλικτες επιχειρηματικές πρακτικές & διαδικασίες, μπορεί να είναι σε θέση να κατανοήσουν καλύτερα την απειλή που αντιμετωπίζουν και να ανταποκριθούν πιο γρήγορα.

 Όπως είδαμε, οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλες και μακροχρόνιες διαφορές απόδοσης μεταξύ των εταιρειών. Έρευνες διαπίστωσαν ότι η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να κάνει το ίδιο. Οι εταιρείες που έχουν παραμελήσει τον ψηφιακό μετασχηματισμό μπορεί να διαπιστώσουν ότι η επόμενη ύφεση καθιστά τα κενά αυτά ανυπέρβλητα.

Μεταφορά στα Ελληνικά

Σταμάτης Σαλωνίκης

Planwork Ltd.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 03 Απριλίου 2020 09:54